Α' — Φθόγγοι & τονισμός
Εν. 2 (Γ) · Φθόγγοι
Μακρόχρονα & βραχύχρονα γράμματα
| Μακρόχρονα (φύσει) | η, ω — πάντα μακρά. |
| Βραχύχρονα (φύσει) | ε, ο — πάντα βραχέα. |
| Δίχρονα | α, ι, υ — άλλοτε μακρά, άλλοτε βραχέα (κατά περίπτωση). |
| Δίφθογγοι μακρόχρονοι | Όλες οι δίφθογγοι (αι, ει, οι, υι, αυ, ευ, ηυ, ου) είναι μακρόχρονες. Εξαίρεση: αι, οι όταν είναι στο τέλος λέξης συνήθως βραχύνονται. |
| Παράδειγμα | «ἄνθρωπος» — το α είναι βραχύ, το ω μακρό. |
Εν. 3 (Γ) · Τονισμός
Τονισμός — οι τρεις τόνοι, οι τρεις θέσεις
| Οξεία ( ´ ) | Σε λήγουσα, παραλήγουσα ή προπαραλήγουσα. |
| Περισπωμένη ( ῀ ) | Μόνο σε μακρόχρονη λήγουσα ή παραλήγουσα. (Ποτέ στην προπαραλήγουσα.) |
| Βαρεία ( ` ) | Σε λήγουσα μόνο, όταν ακολουθεί άλλη τονισμένη λέξη χωρίς στίξη. |
| Βασικός κανόνας #1 | Όταν η λήγουσα είναι μακρόχρονη, η προπαραλήγουσα δεν τονίζεται. (π.χ. «ἄνθρωπος» → πληθ. «ἀνθρώπων»: ο τόνος κατεβαίνει.) |
| Βασικός κανόνας #2 | Όταν η λήγουσα είναι βραχύχρονη και η παραλήγουσα μακρόχρονη, τότε η παραλήγουσα παίρνει περισπωμένη (όχι οξεία). (π.χ. «δῶρον».) |
Β' — Λεξιλόγιο: παραγωγή & σύνθεση
Εν. 3 (Β) · Σχηματισμός λέξεων
Παραγωγή & σύνθεση λέξεων
| Παράγωγη λέξη | Από μία ρίζα + πρόθημα ή παραγωγική κατάληξη. γράφω → γραφή, γραφεύς, γραφικός, ἐγγραφή. |
| Σύνθετη λέξη | Από δύο (ή περισσότερα) θέματα με συνδετικό φωνήεν (συνήθως -ο-). βιβλιο-θήκη, λογο-γράφος, χρυσό-στομος. |
| Συνθετικά | α' συνθετικό + β' συνθετικό. Το β' καθορίζει τη βασική σημασία. |
| Παραδείγματα ριζών (SOS) | φωνή → φωνητικός, ἐκφωνῶ, ἀφώνητος, σύμφωνος · γῆ → γεωγράφος, γεωργός, ὑπόγειος, ἔγγειος · πίνω → πότος, πότης, ποτήριον, συμπόσιον · ζευγνύω → ζεῦγος, ζευγάρι, ζυγός, ὑποζύγιον. |
Γ' — Ουσιαστικά & άρθρο
Εν. 4 (Γ) · Άρθρο
Το οριστικό άρθρο
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο |
| Ονομ. εν. | ὁ | ἡ | τό |
| Γεν. εν. | τοῦ | τῆς | τοῦ |
| Δοτ. εν. | τῷ | τῇ | τῷ |
| Αιτ. εν. | τόν | τήν | τό |
| Ονομ. πληθ. | οἱ | αἱ | τά |
| Γεν. πληθ. | τῶν | τῶν | τῶν |
| Δοτ. πληθ. | τοῖς | ταῖς | τοῖς |
| Αιτ. πληθ. | τούς | τάς | τά |
Σημείωση: στα Αρχαία υπάρχει και η δοτική (5η πτώση) — δεν υπάρχει στα Νέα Ελληνικά.
Εν. 4 (Γ) · Β' κλίση ουσιαστικών
Β' κλίση — αρσενικά & ουδέτερα σε -ος / -ον
| Αρσενικό ὁ ἄνθρωπος | Ουδέτερο τὸ δῶρον |
| Ονομ. | ὁ ἄνθρωπος | τὸ δῶρον |
| Γεν. | τοῦ ἀνθρώπου | τοῦ δώρου |
| Δοτ. | τῷ ἀνθρώπῳ | τῷ δώρῳ |
| Αιτ. | τὸν ἄνθρωπον | τὸ δῶρον |
| Κλητ. | ὦ ἄνθρωπε | ὦ δῶρον |
| Ον. πληθ. | οἱ ἄνθρωποι | τὰ δῶρα |
| Γεν. πληθ. | τῶν ἀνθρώπων | τῶν δώρων |
| Δοτ. πληθ. | τοῖς ἀνθρώποις | τοῖς δώροις |
| Αιτ. πληθ. | τοὺς ἀνθρώπους | τὰ δῶρα |
Στα ουδέτερα: ονομ. = κλητ. = αιτ. (ίδιες πτώσεις). Πληθ. -α.
Εν. 6 (Γ) · Α' κλίση ουσιαστικών
Α' κλίση — θηλυκά σε -α, -η / αρσενικά σε -ας, -ης
| Θηλ. ἡ ἡμέρα | Θηλ. ἡ τιμή | Αρσ. ὁ ταμίας | Αρσ. ὁ πολίτης |
| Ονομ. | ἡ ἡμέρα | ἡ τιμή | ὁ ταμίας | ὁ πολίτης |
| Γεν. | τῆς ἡμέρας | τῆς τιμῆς | τοῦ ταμίου | τοῦ πολίτου |
| Δοτ. | τῇ ἡμέρᾳ | τῇ τιμῇ | τῷ ταμίᾳ | τῷ πολίτῃ |
| Αιτ. | τὴν ἡμέραν | τὴν τιμήν | τὸν ταμίαν | τὸν πολίτην |
| Κλητ. | ὦ ἡμέρα | ὦ τιμή | ὦ ταμία | ὦ πολῖτα |
Πληθυντικός κοινός σε όλα τα α-κλιτα: -αι, -ῶν, -αις, -ας.
Δ' — Επίθετα & αντωνυμίες
Εν. 8 (Γ) · Δευτερόκλιτα επίθετα
Δευτερόκλιτα επίθετα (-ος, -η/-α, -ον)
Σχηματίζονται από:
- Αρσενικό & ουδέτερο κλίνονται όπως η Β' κλίση (-ος / -ον).
- Θηλυκό κλίνεται όπως η Α' κλίση (-η ή -α).
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο |
| Ονομ. | ὁ ἀγαθὸς | ἡ ἀγαθή | τὸ ἀγαθὸν |
| Γεν. | τοῦ ἀγαθοῦ | τῆς ἀγαθῆς | τοῦ ἀγαθοῦ |
| Δοτ. | τῷ ἀγαθῷ | τῇ ἀγαθῇ | τῷ ἀγαθῷ |
| Αιτ. | τὸν ἀγαθόν | τὴν ἀγαθήν | τὸ ἀγαθόν |
Εν. 4 (Γ) · Προσωπική αντωνυμία
Προσωπική αντωνυμία
| α' πρόσωπο | β' πρόσωπο | γ' πρόσωπο |
| Ονομ. εν. | ἐγώ | σύ | οὗ / αὐτός |
| Γεν. εν. | ἐμοῦ / μου | σοῦ / σου | οὗ / αὐτοῦ |
| Δοτ. εν. | ἐμοί / μοι | σοί / σοι | οἷ / αὐτῷ |
| Αιτ. εν. | ἐμέ / με | σέ / σε | ἕ / αὐτόν |
| Ονομ. πληθ. | ἡμεῖς | ὑμεῖς | σφεῖς |
| Γεν. πληθ. | ἡμῶν | ὑμῶν | σφῶν |
| Δοτ. πληθ. | ἡμῖν | ὑμῖν | σφίσι |
| Αιτ. πληθ. | ἡμᾶς | ὑμᾶς | σφᾶς |
Εν. 8 (Γ) · Δεικτική αντωνυμία
Δεικτική αντωνυμία οὗτος, αὕτη, τοῦτο
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο |
| Ονομ. εν. | οὗτος | αὕτη | τοῦτο |
| Γεν. εν. | τούτου | ταύτης | τούτου |
| Δοτ. εν. | τούτῳ | ταύτῃ | τούτῳ |
| Αιτ. εν. | τοῦτον | ταύτην | τοῦτο |
| Ονομ. πληθ. | οὗτοι | αὗται | ταῦτα |
| Γεν. πληθ. | τούτων | τούτων | τούτων |
| Δοτ. πληθ. | τούτοις | ταύταις | τούτοις |
| Αιτ. πληθ. | τούτους | ταύτας | ταῦτα |
Σημαίνει «αυτός εδώ» — δείχνει κάτι κοντινό.
Ε' — Ρήματα
Εν. 5 (Γ) · Ρήμα εἰμί
Το ρήμα εἰμί (είμαι) — Ενεστώτας & Μέλλοντας
| Πρόσωπο | Ενεστώτας | Μέλλοντας |
| α' εν. | εἰμί | ἔσομαι |
| β' εν. | εἶ | ἔσῃ / ἔσει |
| γ' εν. | ἐστί(ν) | ἔσται |
| α' πληθ. | ἐσμέν | ἐσόμεθα |
| β' πληθ. | ἐστέ | ἔσεσθε |
| γ' πληθ. | εἰσί(ν) | ἔσονται |
Εν. 5 (Γ) · Βαρύτονα ρήματα
Βαρύτονα ρήματα — Ενεστώτας & Μέλλοντας ενεργητικής φωνής
«Βαρύτονα» = ρήματα που στον ενεστώτα δεν τονίζονται στη λήγουσα. (π.χ. λύω, παιδεύω, γράφω.)
| Πρόσωπο | Ενεστώτας | Μέλλοντας |
| α' εν. | λύω | λύσω |
| β' εν. | λύεις | λύσεις |
| γ' εν. | λύει | λύσει |
| α' πληθ. | λύομεν | λύσομεν |
| β' πληθ. | λύετε | λύσετε |
| γ' πληθ. | λύουσι(ν) | λύσουσι(ν) |
Σχηματισμός μέλλοντα: θέμα + -σ- + κατάληξη ενεστώτα. (λύ-σ-ω, παιδεύ-σ-ω, γρά-ψ-ω.)
Εν. 7 (Γ) · Αύξηση · Παρατατικός · Αόριστος
Παρελθοντικοί χρόνοι — αύξηση
| Τι είναι αύξηση | Μικρό πρόσθεμα ἐ- ή έκταση φωνήεντος στην αρχή του ρήματος, για να δείξει παρελθόν. |
| Συλλαβική αύξηση | Όταν το ρήμα αρχίζει με σύμφωνο → προθέτω ἐ-. λύω → ἔλυον · παίζω → ἔπαιζον. |
| Χρονική αύξηση | Όταν αρχίζει με φωνήεν → εκτείνω το φωνήεν. α → η · ε → η · ο → ω · ι → ῑ · υ → ῡ. ἀκούω → ἤκουον. |
Παρατατικός (διαρκής παρελθοντικός)
| α' εν. | ἔλυον |
| β' εν. | ἔλυες |
| γ' εν. | ἔλυε(ν) |
| α' πληθ. | ἐλύομεν |
| β' πληθ. | ἐλύετε |
| γ' πληθ. | ἔλυον |
Αόριστος (στιγμιαίος παρελθοντικός)
| α' εν. | ἔλυσα |
| β' εν. | ἔλυσας |
| γ' εν. | ἔλυσε(ν) |
| α' πληθ. | ἐλύσαμεν |
| β' πληθ. | ἐλύσατε |
| γ' πληθ. | ἔλυσαν |
Σχηματισμός αορίστου ενεργητικής: αύξηση + θέμα + -σ- + κατάληξη α.
Εν. 9 (Γ) · Παρακείμενος & Υπερσυντέλικος
Αναδιπλασιασμός — Παρακείμενος & Υπερσυντέλικος (αναγνώριση μόνο)
| Τι είναι αναδιπλασιασμός | Επανάληψη του πρώτου συμφώνου του ρήματος + φωνήεν -ε-. λύω → λέ-λυκα · παιδεύω → πε-παίδευκα. |
| Παρακείμενος | Δηλώνει συντελεσμένο γεγονός που τα αποτελέσματά του ισχύουν στο παρόν. λέλυκα = έχω λύσει. |
| Υπερσυντέλικος | Δηλώνει συντελεσμένο γεγονός που τα αποτελέσματά του ίσχυαν στο παρελθόν. ἐλελύκειν = είχα λύσει. |
| SOS | Στο διαγώνισμα θέλει μόνο αναγνώριση — να ξέρεις ποιον χρόνο βλέπεις, όχι να σχηματίζεις. |
Στ' — Σύνταξη
Εν. 11 (Γ) · Υ — Αντ — Κατ
Υποκείμενο · Αντικείμενο · Κατηγορούμενο
| Υποκείμενο (Υ) | Αυτός που κάνει την πράξη ή για τον οποίο μιλάμε. Πάντα σε ονομαστική. Ὁ μαθητὴς γράφει. → Υ = «ὁ μαθητής». |
| Αντικείμενο (Αντ) | Αυτός που δέχεται την πράξη. Συνήθως σε αιτιατική. Ὁ μαθητὴς γράφει τὴν ἐπιστολήν. → Αντ = «τὴν ἐπιστολήν». |
| Κατηγορούμενο (Κατ) | Αποδίδει ιδιότητα στο υποκείμενο, μετά από συνδετικό ρήμα (εἰμί, γίγνομαι, φαίνομαι). Πάντα στην ίδια πτώση με το Υ. Ὁ μαθητὴς ἐστὶν ἀγαθός. → Κατ = «ἀγαθός». |
| Tip άσκησης αντιστοίχισης | Πρώτα βρες το ρήμα. Μετά ρώτα: «ποιος;» = Υ · «ποιον / τι;» = Αντ · «τι είδους;» μετά από εἰμί = Κατ. |
Ζ' — Λεξιλογικοί πίνακες (αντιστοίχιση)
Εν. 4-7 (Β) · Ρίζες
Οι τέσσερις ρίζες του διαγωνίσματος
| φωνή (Εν. 4) | φωνητικός · ἐκφωνῶ · σύμφωνος · ἄφωνος · κακόφωνος · ὁμόφωνος. Συνώνυμα-αντώνυμα: φωνή ↔ σιωπή, ἤχος. |
| γῆ (Εν. 5) | γεωγραφία · γεωργός · ὑπόγειος · ἔγγειος · γαιοκτήμων · γήινος. |
| πίνω (Εν. 6) | πότος · πότης · ποτήριον · πόσις · συμπόσιον · ποτόν. |
| ζευγνύω (Εν. 7) | ζεῦγος · ζευγάρι · ζυγός · ὑποζύγιον · ζεύκτης · σύζευξις. |
Σημείωση: η άσκηση στο διαγώνισμα είναι αντιστοίχιση (λέξη ↔ σημασία). Πρώτα διάβασε όλα τα ζεύγη, μετά αντιστοίχισε αυτά για τα οποία είσαι σίγουρος.
Η' — Τα δύο SOS κείμενα
Εν. 4 · SOS
«Ένα ταξίδι επιστημονικής φαντασίας»
Από τον Λουκιανό (διασκευή στο σχολικό βιβλίο). Είναι από το έργο Ἀληθὴς Ἱστορία — μία από τις πρώτες αφηγήσεις επιστημονικής φαντασίας στην ιστορία της λογοτεχνίας.
| Τι αφηγείται | Ένα ταξίδι σε άγνωστα μέρη — ένα πλοίο που σηκώνεται από ανεμοστρόβιλο και ταξιδεύει στον ουρανό, φτάνει σε νέα γη / άλλον κόσμο. |
| Σημασία | Αρχαίο δείγμα φανταστικής αφήγησης — δείχνει ότι η φαντασία και η περιπέτεια ήταν λογοτεχνικά είδη ήδη στην αρχαιότητα. |
| Τι να ξέρεις | Το νόημα — όχι λέξη προς λέξη μετάφραση. Να μπορείς να απαντάς ερωτήσεις όπως: «Πού πάει ο αφηγητής;», «Τι ασυνήθιστο συμβαίνει;», «Γιατί λέγεται "επιστημονικής φαντασίας";». |
Εν. 7 · SOS
«Η λύση του γόρδιου δεσμού»
Από τον Αρριανό (διασκευή). Αφηγείται την επίσκεψη του Μεγάλου Αλεξάνδρου στο Γόρδιο της Φρυγίας.
| Τι αφηγείται | Στο Γόρδιο υπήρχε ένας πολύπλοκος κόμπος που δένει το ζυγό μιας άμαξας. Χρησμός έλεγε ότι όποιος τον λύσει θα γίνει βασιλιάς της Ασίας. Ο Αλέξανδρος, αντί να προσπαθήσει να τον ξεμπερδέψει, τον έκοψε με το σπαθί του. |
| Σημασία | Φράση «λύνω τον γόρδιο δεσμό» = αντιμετωπίζω ένα δύσκολο πρόβλημα με αποφασιστική & ριζική ενέργεια, όχι με υπομονή. |
| Τι να ξέρεις | Πού βρισκόταν ο κόμπος, ποιος ήταν ο χρησμός, πώς τον έλυσε ο Αλέξανδρος, τι συμβολίζει η πράξη του. |
Θ' — Τα άλλα δύο κείμενα (στην ύλη, όχι SOS)
Εν. 5 · Κείμενο
«Ο πλούτος της αττικής γης»
Από τον Ξενοφώντα, έργο «Πόροι» (Περὶ Προσόδων). Ο Ξενοφών απαντά σε όσους έλεγαν ότι η Αθήνα είναι φτωχή· υποστηρίζει το αντίθετο και προτείνει τρόπους να βελτιωθούν τα οικονομικά της πόλης.
| Τι υποστηρίζει | Η Αττική από τη φύση της είναι πλούσια — δεν είναι φτωχός τόπος, όπως ισχυρίζονταν κάποιοι. |
| Τα 4 πλούτη της γης | (1) Ήπιο κλίμα — καρποφορούν εδώ φυτά που αλλού δεν φυτρώνουν. (2) Παραγωγική θάλασσα ολόγυρα. (3) Άφθονη πέτρα/μάρμαρο για ναούς, βωμούς, αγάλματα. (4) Ασήμι (ἄργυρος) στο υπέδαφος — τα ορυχεία του Λαυρίου. |
| Σημασία | Ο φυσικός πλούτος ενός τόπου μπορεί να στηρίξει την οικονομία του — αρκεί να αξιοποιηθεί σωστά. |
| Τι να ξέρεις | Το νόημα, όχι μετάφραση: ποιος το έγραψε (Ξενοφών), τι απαντά, και ποια τα 4 «πλούτη» της Αττικής. |
Εν. 6 · Κείμενο
«Η ομορφιά δεν είναι το παν»
Μύθος του Αισώπου (διασκευή) — διδακτική ιστορία με ζώα.
| Τι αφηγείται | Ένα ελάφι πίνει νερό σε μια πηγή και βλέπει την αντανάκλασή του. Καμαρώνει για τα κέρατά του (τα θεωρεί στολίδι του), αλλά ντρέπεται για τα πόδια του, που είναι λεπτά και αδύνατα. |
| Η ανατροπή | Όταν έρχεται κίνδυνος και τρέχει να σωθεί, τα «άσχημα» πόδια το βοηθούν να ξεφύγει — ενώ τα «όμορφα» κέρατα μπερδεύονται στα κλαδιά και το παγιδεύουν. |
| Δίδαγμα | Δεν κρίνουμε την αξία από την εξωτερική ομορφιά, αλλά από τη χρησιμότητα & την ωφέλεια. Η ομορφιά δεν είναι το παν. |
| Τι να ξέρεις | Ποιος το έγραψε (Αίσωπος), τι καμάρωνε και τι ντρεπόταν το ελάφι, και ποιο είναι το δίδαγμα. |