Δέκα χρόνια μετά την Τροία, ο Οδυσσέας δεν έχει γυρίσει σπίτι. Η Πηνελόπη τον περιμένει. Ο γιος του, ο Τηλέμαχος, έχει μεγαλώσει. Στον Όλυμπο, η Αθηνά μιλά στον Δία: «Είναι ώρα να επιστρέψει.» Έτσι αρχίζει η Οδύσσεια.
Η Καλυψώ του προσφέρει αθανασία. Παντοτινή νιότη. Ζωή θεού. Αυτός κλαίει στην ακροθαλασσιά κοιτώντας τη θάλασσα της Ιθάκης. Διαλέγει την Πηνελόπη. Διαλέγει τον θάνατο. Διαλέγει να είναι άνθρωπος.
Ναυαγός, γυμνός, καλυμμένος με αλάτι. Μια νεαρή πριγκίπισσα, η Ναυσικά, βγάζει με τις φίλες της ρούχα στο ποτάμι. Δεν τρομάζει. Του μιλά σαν ίσος προς ίσο. Η φιλοξενία είναι ιερή — και τώρα πρόκειται να τον βοηθήσει να γυρίσει σπίτι.
Στη σπηλιά του Πολύφημου, ο Οδυσσέας δεν παλεύει με τη βία. Μεθά τον Κύκλωπα, τον τυφλώνει και δραπετεύει με πονηριά. Το λάθος του; Φεύγοντας, λέει το όνομά του από υπερηφάνεια — κι έτσι ξεκινά η οργή του Ποσειδώνα.
Είκοσι χρόνια. Στην καλύβα του πιστού Εύμαιου, ο Οδυσσέας είναι μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο. Με τη βοήθεια της Αθηνάς αποκαλύπτεται στον Τηλέμαχο. Εκείνος αρχικά δυσπιστεί, μετά τον αναγνωρίζει και συγκινούνται βαθιά. Μαζί οργανώνουν το σχέδιο για τους μνηστήρες.